eirini

 

Η συλλογή διηγημάτων «Αυτό που δεν γνωρίζω ακόμα» είναι το πρώτο βιβλίο της Ειρήνης Δερμιτζάκη και είναι μεγάλη χαρά να διαβάζει κανείς βιβλία νέων συγγραφέων που ξεχωρίζουν για την αρτιότητα και την λογοτεχνικότητά τους.

Η συλλογή περιέχει είκοσι διηγήματα, τα οποία διαβάζονται με μια ανάσα, θα έλεγε κανείς. Κατά τη διάρκεια της ανάσας αυτής, όμως, ο αναγνώστης προλαβαίνει να συγκινηθεί βαθιά, να γελάσει πικρά, να κουνήσει το κεφάλι συγκαταβατικά, να σοκαριστεί, να προβληματιστεί, να βρει κάπου μέσα στις σελίδες του βιβλίου ένα κομμάτι του εαυτού του.

Η Ειρήνη Δερμιτζάκη καταφέρνει μέσα από τις σύντομες ιστορίες της να διεισδύσει στην ανθρώπινη συμπεριφορά και να μας παρουσιάσει κάποιες, άλλοτε καθημερινές και άλλοτε οριακές, εκφάνσεις της. Συνδετικός ιστός των διηγημάτων είναι η βία, όπως μπορεί να διαβάσει κανείς και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Βία που μπορεί να σημαίνει απλά την γνωστή βία από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά μπορεί και να αφορά την ίδια την ανθρώπινη ζωή ή μοίρα.

                                                                                          quote

 

 

 

 

Θέσαμε στην συγγραφέα κάποιες ερωτήσεις και την ευχαριστούμε πολύ που δέχτηκε να μας απαντήσει, ώστε να την γνωρίσουμε καλύτερα, αλλά και να μπορέσουμε να διεισδύσουμε περισσότερο στον κόσμο των διηγημάτων της.

  • Πείτε μας λίγα λόγια για σας

Μεγάλωσα σε ένα χωριό της Κρήτης, στο Πισκοκέφαλο. Σπούδασα σχέδιο, θέατρο και κινηματογράφο. Έζησα στην Κρήτη, την Κοζάνη και την Αθήνα. Τα τελευταία 7 χρόνια ζω στο Λονδίνο. Είμαι 34 χρονών, έχω τρία αδέρφια και θα μπορούσα να τρέφομαι αποκλειστικά με μακαρόνια. Όταν είμαι λυπημένη και κουρασμένη βλέπω βιντεοταινίες του 80. Θα ήθελα να είχα χρόνο να γράφω περισσότερο. Αυτήν την περίοδο τελειώνω το μεταπτυχιακό μου στη Δημιουργική γραφή. Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις Anima.

  • Φαντάζομαι ότι για να φτάσετε στην έκδοση του πρώτου σας βιβλίου έχετε πίσω σας μια μακρά θητεία ως αναγνώστης. Πώς και πότε ξεκίνησε η σχέση σας με την λογοτεχνία; Ποια υπήρξαν τα πρώτα σας αγαπημένα αναγνώσματα;

Θυμάμαι στην έκτη δημοτικού ότι έγραψα ένα θεατρικό έργο έπειτα από ένα όνειρο. Βέβαια τότε ούτε θέατρο ήξερα τι είναι, ούτε λογοτεχνία. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία κατά καιρούς, αλλά δεν θα έλεγα ότι έχω μακρά θητεία στην ανάγνωση. Όταν έμενα στην Αθήνα έπαιρνα σβάρνα τα παλαιοβιβλιοπωλεία, για να μαζέψω όλα τα βιβλία της Λιλής Ζωγράφου, ειδικά τα εξαντλημένα. Λόγω της δραματικής σχολής έχω διαβάσει πολλά θεατρικά έργα. Δυστυχώς τον τελευταίο καιρό περισσότερο γράφω παρά διαβάζω.

  • Στο σημείο που βρίσκεστε τώρα, ποιος θα λέγατε ότι είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας;

«Αυτόν δεν τον γνωρίζω ακόμα…» Με συγκίνησε πρόσφατα πολύ το βιβλίο του Φρέντερικ ΜπάκμανA man called Ove”.

  • Διαβάζετε σύγχρονη ελληνική πεζογραφία; Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτήν;

Διαβάζω, αλλά όχι πολύ συχνά. Κάτι της λείπει, νομίζω. Είτε δεν με αγγίζει, είτε δεν με αφορά. Υπάρχουν βέβαια και φωτεινές εξαιρέσεις. Θέλει ταλέντο και σκληρή δουλειά για να καταφέρει ο συγγραφέας να βγει από το κεφάλι του και να επικοινωνήσει με τους αναγνώστες.

  • Στα διηγήματά σας περιγράφετε ανθρώπους εγκλωβισμένους σε αδιέξοδες σχέσεις, που βασανίζουν και βασανίζονται. Περιγράφετε ρήξεις, βίαιες καταστάσεις και, βέβαια, το βιαιότερο όλων, τον θάνατο. Τι σας ώθησε να στρέψετε τον συγγραφικό σας φακό στην συγκεκριμένη θεματική;

Ο φόβος υποθέτω. Ότι κάπως στα φέρνει η ζωή κι απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου ή από τους άλλους. Ότι σε κάνει να επιλέγεις τον θάνατο από την ελευθερία. Όπως η ηρωίδα στο ναυάγιο, που προτιμά να σκοτώσει τον άντρα της παρά να τον παρατήσει. …Έτσι κι αλλιώς από παιδί τον φακό μου τον έστρεφα προς το αρνητικό. Μπορεί να καθόμουν σε ένα τραπέζι με όλα τα αγαπημένα μου φαγητά και γλυκά και εγώ να εστίαζα στη λαδιά στο τραπεζομάντηλο.

  • Διαβάζοντας το βιβλίο σας επανήλθε πολλές φορές στο μυαλό μου η εξής φράση της αγαπημένης μου Βιρτζίνιας Γουλφ: “It is strange that we, who are capable of so much suffering, should inflict so much suffering“*. Πώς θα το σχολιάζατε;

Έχετε δίκιο, κάπως έτσι ξεκίνησε και το βιβλίο. Εμένα μου θυμίζει και αυτό που είχε γράψει η Λιλή Ζωγράφου αν δεν κάνω λάθος, πως «οι κατεστραμμένοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, επειδή ξέρουν ότι μπορούν να επιβιώσουν». Η βία φέρνει βία. Το θύμα θα βρει τρόπο να γίνει θύτης. Θέλει πολύ δύναμη για να σπάσεις τον κύκλο. …Και γενναιοδωρία.

  • Γράφετε κάπου «Ο σκύλος μού γλείφει το πόδι. Θέλει χάδια. Κι εγώ θέλω χάδια, αλλά δε γλείφω τον σκύλο». Σίγουρα πρόκειται για μια σκέψη του ήρωα του διηγήματος, που έρχεται να υπογραμμίσει την αυτοσαρκαστική του διάθεση και την μοναξιά του. Πέρα όμως απ’ αυτό, σκέφτομαι μήπως τελικά το πρόβλημα του ανθρώπου είναι ότι για κάποιους λόγους σπάνια εκδηλώνει στον άλλο αυτό που πραγματικά θέλει. Το ζώο, με τον λιγότερο πολύπλοκο εγκέφαλο, δηλώνει αυτό που θέλει με τρόπο σαφή. Ο άνθρωπος νομίζω πως δεν το κάνει.

Είναι σαν το τραγούδι που λέει «Άλλα θέλω κι άλλα κάνω…» Άλλοτε δεν λέμε τι νιώθουμε κι άλλοτε ένα δυνατό και συμπαγές συναίσθημα καπελώνει όλα τα άλλα. Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως μου είναι τρομερά δύσκολο να εκφράσω τα συναισθήματα μου, ένα συναισθηματικό πάγωμα που το γράψιμο με βοήθησε αρκετά να εντοπίσω. Στην αρχή το εντόπιζα στους γύρω μου, αποφεύγοντας να κοιτάξω εντός μου.

  • Τα ζώα εμφανίζονται και άλλες φορές στο βιβλίο σας. Σε ένα μάλιστα διήγημα δίνετε τον ρόλο της κεντρικής ηρωίδας σε μια σκυλίτσα. Χωρίς να το ξέρω, φαντάζομαι ότι αγαπάτε τα ζώα.

Έχω μια γάτα που με εκπαιδεύει. Μεγάλωσα στο χωριό, ανάμεσα σε γάτες, σκύλους, κότες, κατσικάκια και κουνέλια. Δεν γράφω τόσο γιατί τα αγαπώ όσο γιατί με απασχολεί το πώς μπορεί να βλέπουν τον κόσμο των ανθρώπων.

  • Τελειώνοντας το βιβλίο σας, έχω να πω ότι «αυτό που δεν γνωρίζω ακόμα», ή τουλάχιστον ένα απ’ αυτά που δεν γνωρίζω, είναι αν η δυστυχία του ανθρώπου προέρχεται από τον ίδιο του τον εαυτό ή από καθαρά εξωγενείς παράγοντες. Ποιο είναι αυτό που η Ειρήνη Δερμιτζάκη δεν γνωρίζει ακόμα;

Τι σημασία έχει ποιος προκαλεί τη δυστυχία; Ίσως το λάθος να ‘ναι πως αφήνουμε περισσότερο χώρο στα αρνητικά παρά στα θετικά συναισθήματα. Αυτό που δεν γνωρίζω ακόμα είναι πώς να μην εκβιάζω τη χαρά να τελειώσει. 

  • Σας ευχαριστώ πολύ για τις απαντήσεις και σας εύχομαι το βιβλίο σας να βρει την αποδοχή που του αξίζει.

*Είναι περίεργο που εμείς οι άνθρωποι, ενώ υποφέρουμε τόσο, μπορούμε να προκαλούμε και τόσο πόνο στους άλλους.

afto pou den gnorizo akoma

Αγορά βιβλίου

Write comment (0 Comments)

Γράφει η Χρύσα Κοζανιτά

Αναγνώστης δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι. Και αυτό που καθορίζει την μελλοντική μας σχέση με το βιβλίο είναι τα πρώτα μας διαβάσματα. Τα διαβάσματα που μας συντρόφευσαν στην παιδική και εφηβική μας ηλικία, τα οποία μένουν για πάντα χαραγμένα μέσα μας. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί αναγνώστες συχνά ξεχνούν την πλοκή ενός βιβλίου που διάβασαν πρόσφατα, αλλά θυμούνται με την παραμικρή λεπτομέρεια τα βιβλία που διάβασαν παιδιά.

Το καινούργιο βιβλίο Ένα παιδί από βιβλία των εκδόσεων Ίκαρος είναι ένας ύμνος σε παλιά, κλασικά κείμενα παιδικής λογοτεχνίας και ταυτόχρονα μια προσπάθεια απεικόνισης της μαγείας που ασκούν στον αναγνώστη οι καλές ιστορίες. Τα κείμενο υπογράφει ο Oliver Jeffers και την άκρως ενδιαφέρουσα εικονογράφηση ο Sam Winston. Το προϊόν της συνεργασίας αυτής είναι εξαίρετο. Απόηχοι από παραδοσιακά παραμύθια αλλά και βιβλία όπως Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα κ.ά. παρεισφρέουν δημιουργικά στο βιβλίο και κάνουν την ανάγνωσή του απολαυστική και δημιουργική.

Προτείνουμε το βιβλίο όχι μόνο για παιδιά, αλλά και για όσους αγαπούν την παιδική λογοτεχνία... Για όσους πιστεύουν ότι αν ο κάθε μοναδικός αναγνώστης συναντηθεί με το κατάλληλο γι' αυτόν βιβλίο, τότε γεννιέται ένα θαύμα. 

achildofbooks6

 

achildofbooks25

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

«Αυτό που θέλαμε από τη αρχή, ήταν να δημιουργήσουμε μια ιστορία που θα μιλούσε για τη αγάπη μας προς την κλασική λογοτεχνία για παιδιά με ένα τρόπο μοντέρνο. Προσπαθήσαμε λοιπόν να αιχμαλωτίσουμε κάποια ψήγματα μαγείας, απ’ αυτά που ανακαλύπτει κανείς όταν βυθίζεται σε μια κλασσική ιστορία, με ένα τρόπο που ο αναγνώστης δεν έχει ξαναδεί.»

ΒΡΑΒΕΙΑ

Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο The Bologna Ragazzi Award 2017, ένα από τα πιο σημαντικά βραβεία στον κόσμο των παιδικών εκδόσεων, και συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα για το βραβείο Goodreads Choice Award 2016 στην κατηγορία εικονογραφημένων βιβλίων.

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«...μια φρέσκια και συναρπαστική συνεργασία δυο ταλαντούχων δημιουργών».

The New York Times

«Η ιδιαίτερη καλλιτεχνική σύμπραξη του Jeffers και του Winston, με τον εφευρετικό συνδυασμό ακουαρέλας, μολυβιού και ψηφιακού κολλάζ, κερδίζει αμέσως την προσοχή των αναγνωστών. Τα ασύμμετρα κείμενα του Jeffers ζωγραφισμένα στο χέρι, έρχονται σε αντίθεση με τις ψηφιακές σχεδιαστικές γραμμές του Winston που εμπεριέχουν κείμενα από τα κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας... Μια πανέξυπνη αναζήτηση λογοτεχνικής απόλαυσης».

Kirkus Reviews

«Κάθε ένα από τα στοιχεία του βιβλίου―τα καθηλωτικά του κείμενα ζωγραφισμένα στο χέρι, οι εικόνες σχεδιασμένες με ακουαρέλα, μολύβι και ψηφιακό κολάζ, αλλά και τα αντικείμενα που είναι φτιαγμένα από φράσεις κλασικών παραμυθιών―συντελούν σε μια πολυτελή έκδοση εναρμονισμένη πλήρως στο σύνολό της».

Booklist

«Ο Jeffers και ο εικαστικός Winston συνεργάζονται σε ένα βιβλίο-ύμνο για τη δύναμη της φαντασίας, στο οποίο τα ιδιαίτερα σκίτσα από στυλό και μελάνι συναντούν αντικείμενα φτιαγμένα από κείμενα κλασικών βιβλίων... Η δύναμη των εικόνων ξεπροβάλει από τις σελίδες, γιατί η φαντασία είναι όλων».

Publishers Weekly

«Κάθε σελίδα του βιβλίου ενσωματώνει με ευφυΐα κείμενα από κλασικά έργα της λογοτεχνίας και τα μετατρέπει σε τέχνη... Είναι ένα απίθανο βιβλίο που θα εμπνεύσει τη φαντασία και θα κάνει τα παιδιά όλων των ηλικιών να αλληλεπιδράσουν».

Cool Mom Picks

ena paidi apo biblia

Αγόρασε το βιβλίο

Write comment (0 Comments)

                                                             gabriel

Ακόμα και όσοι δεν είναι φανατικοί της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας γνωρίζουν τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Τον γνωρίζουμε σαν τον σπουδαίο Κολομβιανό συγγραφέα που χάρισε στην παγκόσμια λογοτεχνία το Εκατό χρόνια μοναξιά και τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας. Πρόκειται για δύο κλασικά μυθιστορήματα, που βρίσκονται σε όλες τις λίστες των "υποχρεωτικών αναγνωσμάτων" οποιουδήποτε θεωρεί τον εαυτό του βιβλιόφιλο.

Ο Μάρκες όμως είναι μια τεράστια προσωπικότητα και είναι πολύ δύσκολο να χωρέσει στις 900 περίπου σελίδες των δύο αυτών έργων.

Πρόσφατα κυκλοφόρησαν δύο βιβλία, που το καθένα με διαφορετικό τρόπο, καταφέρνει να μας φέρει πιο κοντά σε κάποιες άγνωστες, αλλά πολύ σημαντικές πλευρές του συγγραφέα. Ενός πληθωρικού καλλιτέχνη, με όλα όσα μπορεί να εμπεριέχει η λέξη "καλλιτέχνης".

Το πρώτο είναι το Ερωτικές μομφές (σ' έναν βολεμένο άντρα), που επιτέλους ήρθε ο καιρός να το δούμε μεταφρασμένο και στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Prosvasis. Πρόκειται για έναν θεατρικό μονόλογο, ο οποίος ξεκινάει με την εμβληματική φράση: "Τίποτα δεν μοιάζει με την κόλαση όσο ένας ευτυχισμένος γάμος". Η φράση βγαίνει από το στόμα της Γκρατσιέλας, της οποίας τον μονόλογο παρακολουθούμε στο βιβλίο. Μέσα από αυτόν τον συγκλονιστικό μονόλογο ο Μάρκες καταφέρνει να ασκήσει κριτική όχι μόνο στον θεσμό του γάμου, αλλά και στον κοινωνικό ιστό, σημαντικότατο μέρος του οποίου είναι και η οικογένεια. 

Το δεύτερο είναι το Γκάμπο, αναμνήσεις μιας μαγικής ζωής. Πρόκειται για μία εξαιρετική εκδοτική ιδέα που στην χώρα μας την απολαμβάνουμε μέσω των εκδόσεων Ίκαρος. Γκάμπο ήταν το χαϊδευτικό του Μάρκες, και το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα  graphic novel, που αφηγείται τη ζωή του τόσο με μυθιστορηματικό, όσο και με κινηματογραφικό τρόπο. Το βιβλίο είναι απολαυστικό και εστιάζει τόσο σε άγνωστες πτυχές της ζωής του Μάρκες όσο και σε στιγμές ορόσημα, όπως η τελετή βράβευσης για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 

Σίγουροι ότι θα τα απολαύσετε και τα δύο, σας τα προσφέρουμε σε σετ προσφοράς. 

gabriel garcia marquez prosfora

Αγόρασε το σετ

Όλα τα βιβλία του Μάρκες στην Λογοτεχνούπολη

 

Write comment (0 Comments)

elitis

Στις 18 Μαρτίου 1996 η Ελλάδα έχασε τον ποιητή της. Τον ποιητή που ύμνησε και τραγούδησε τον ήλιο μας, τη θάλασσά μας, τα πάθη του Ελληνισμού και το όραμα για μια σπουδαία Ελλάδα με έναν μοναδικό τρόπο. Αφιερώνουμε τον Μάρτιο, λοιπόν, στον Οδυσσέα Ελύτη, αφήνοντας έναν στίχο του που μας συγκλόνισε εδώ.

"Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι" Ο Μικρός Ναυτίλος

 

Write comment (2 Comments)

Γράφει η Χρύσα Κοζανιτά

Παρακολουθώντας την εγχώρια βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων ετών, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι οι εν ενεργεία συγγραφείς μας στην πλειοψηφία τους, όταν επιλέγουν να περιγράψουν την Αθήνα του σήμερα, και γενικότερα την Ελλάδα, το κάνουν χρησιμοποιώντας τα πλέον ζοφερά χρώματα. Γκρίζες έως άχρωμες εικόνες, λέξεις προσεχτικά επιλεγμένες, ώστε να μεταφέρουν στον αναγνώστη άλλοτε τη σήψη, άλλοτε τη γκρίνια, άλλοτε τον ασφυκτικό και αγχωτικό σύγχρονο τρόπο ζωής μας. Η Ελλάδα του σήμερα στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι, ως επί το πλείστον, μια Ελλάδα άσχημη, αφιλόξενη και νοσηρή, και επομένως, έτσι ακριβώς είναι και η ζωή των νεοελλήνων. 

Σίγουρα, αυτό συμβαίνει στα πλαίσια της κριτικής ματιάς των Ελλήνων δημιουργών, η οποία φιλτράρει την πραγματικότητα θέλοντας να αναδείξει και να καταγγείλει τα κακώς κείμενα. Και ακόμα πιο σίγουρα, αυτό γίνεται και οφείλει να γίνεται, στην λογοτεχνία όλων των εποχών και όλων των χωρών. Η καταγραφή του σήμερα ανήκει στο φάσμα του υλικού των καλλιτεχνών. Το ερώτημα, όμως, που θέλουμε να θέσουμε, είναι μήπως, τελικά, όλη αυτή η προσπάθεια της σκοτεινής περιγραφής της πραγματικότητας εγκλωβίζεται στον εαυτός της και χάνει τον στόχο της; 

Το ερώτημα προέκυψε από κάποια τελευταία μου διαβάσματα, όλα τους πολύ ιδιαίτερα και σύγχρονα, που αναδεικνύουν μια άλλη Ελλάδα, εκείνη την ξεχασμένη Ελλάδα του φωτός, την φιλόξενη και ειδυλλιακή. 

Το πρώτο είναι το μυθιστόρημα του Σάιμον Βαν Μπόυ, Όλα τα ωραία άρχισαν μετά. Ο Βαν Μπόυ γεννήθηκε στην Ουαλία και ζει στην Νέα Υόρκη και η μέχρι τώρα συγγραφική του παραγωγή δείχνει έναν συγγραφέα, που θα μας δώσει πολλά ακόμα έξοχα μυθιστορήματα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο τρεις αρχικά άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι συναντιούνται τυχαία στον μεσογειακό καύσωνα της Αθήνας και η ζωή τους εισέρχεται σε μια απρόσμενα τρελή τροχιά. Αυτό που μπορούμε να σχολιάσουμε, χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες της πλοκής, είναι ότι διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, ο κάθε Έλληνας θα αναγνωρίσει τον τόπο του και τον ίδιο του εαυτό. Θα νιώσει περήφανος για την μαγεία που κρύβει ο τόπος αυτός, θα κουνήσει το κεφάλι όταν θα δει τα "ελαττώματά" του ή το ταμπεραμέντο του να περιγράφονται τόσο λεπτομερώς και, τέλος, θα χαμογελάσει ανακαλύπτοντας τον τρόπο που μας βλέπουν οι ξένοι. Θα χαμογελάσει και δεν θα θιχτεί, γιατί ο Βαν Μπόυ ενώ καταγράφει ακόμα και τα αρνητικά, το κάνει μεγαλειωδώς. Το κάνει για να συμπληρώσει την εικόνα, για να αναδείξει μια ολόπλευρη εικόνα της χώρας και των ανθρώπων της, με τις ιδιαιτερότητές της, τα συν και τα πλην της, που χωρίς αυτά, η χώρα δεν θα ήταν η ίδια. Δε θα ήταν Ελλάδα. 

 

Το επόμενο βιβλίο είναι Οι καρτ ποστάλ, της Βικτόρια Χίσλοπ, την οποία γνωρίσαμε από το εκπληκτικό Νησί. Η συγγραφέας συνέχισε να εκδηλώνει τον έρωτά της για την Ελλάδα με το Νήμα και λίγο αργότερα με την συλλογή διηγημάτων, Ο τελευταίος χορός. Οι καρτ ποστάλ είναι το τελευταίο της πόνημα και, μεταξύ άλλων, έχει χαρακτηριστεί σαν ένα "αχόρταγο, ερωτικό γράμμα προς την Ελλάδα". Το κάθε κεφάλαιο του βιβλίου συμπληρώνεται από φωτογραφίες που τράβηξε η ίδια η Χίσλοπ στα ταξίδια της στην Ελλάδα, εύρημα που κάνει το ταξίδι του αναγνώστη ακόμα πιο απολαυστικό. Στις Καρτ Ποστάλ η συγγραφέας αποθεώνει στην κυριολεξία τις ομορφιές της χώρας μας, αυτή τη φορά, της Πελοποννήσου. 

Το επόμενο βιβλίο, πολύ ιδιαίτερο και αγαπημένο μου, είναι το Έτσι άρχισαν όλα, μια ανθολογία είκοσι επτά διηγημάτων Σέρβων συγγραφέων. Οι Σέρβοι μας αγαπούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτό για το οποίο δεν είμαι σίγουρη είναι αν αυτή η αγάπη είναι αμφίδρομη. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό και τα διηγήματα εμπνέονται άλλοτε από το φυσικό περιβάλλον της χώρας μας, άλλοτε από τους θρύλους και τους μύθους μας, άλλοτε από την Ορθοδοξία. Κάθε ένα είναι γραμμένο με αγάπη και με μια προσπάθεια ανάδειξης μιας Ελλάδας που ακόμα κι εμείς οι ίδιοι, είτε δεν γνωρίζουμε, είτε έχουμε ξεχάσει.  

Η λίστα ξένων συγγραφέων που γράφουν για μια Ελλάδα, την οποία εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες θεωρούμε δεδομένη και της γυρίζουμε την πλάτη, σίγουρα δεν είναι εξαντλητική. Ούτε και φιλοδοξεί να είναι. Σκοπός του άρθρου είναι ένας μικρός προβληματισμός, για το αν τελικά η σύγχρονη λογοτεχνία μας θα πρέπει να ανοίξει λίγο το βλέμμα της, να απεγκλωβιστεί από την επαναλαμβανόμενη καταγραφή όλων αυτών που ασχημίζουν την καθημερινότητά μας - που δεν διαφέρουν και πολύ από αυτά που ασχημίζουν κάθε πρωτεύουσα και κάθε χώρα του δυτικού κόσμου - και να αντλήσουν την έμπνευσή τους από αυτά που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε και που μας κάνουν μια χώρα μοναδική με άπλετο φως. Φως κυριολεκτικό, αλλά κυρίως μεταφορικό. 

Το απόσπασμα που ακολουθεί το διάβασα πριν πάρα πολλά χρόνια και χαράχτηκε με έναν πολύ περίεργο τρόπο μέσα μου. Ανεξίτηλα...  Για πάντα... Και θα κλείσω με αυτό. Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Μιαν ανοιξιάτικη Κυριακή θυμούμαι δυο τρεις ανθισμένες κερασιές σ᾿ ένα οργωμένο κόκκινο χωράφι, γέμισε η καρδιά μου ευτυχία. Βγήκε τη στιγμή εκείνη κι έλαμψε ό ήλιος σαν την πρώτη μέρα που βγήκε από τα χέρια του Θεού˙ έλαμψε η θάλασσα του Σαρωνικού, πέρα η Αίγινα στο πρωινό φως γέμισε τριαντάφυλλα˙ δυο κοράκια πέταξαν καλoσήμαδα δεξά μου και τα φτερά τους αντιδόνησαν σαν κόρδες δοξαριού. Από τη μια μεριά τα κύματα σαν ομηρικά άλογα, με άσπρες χαίτες, δροσεροί μακρόσυρτοι στίχοι του Ομήρου, κι από την άλλη μεριά η ελιά της Αθηνάς όλο λάδι και φως, κι η δάφνη του Απόλλωνα, και τα θαματουργά όλο κρασί και τραγούδι αμπέλια του Διόνυσου. Στεγνή, λιτοδίαιτη γης, πέτρες ροδοκοκκινισμένες από τον ήλιο, τα βουνά γαλάζια κυματίζουν ανάερα, αχνίζουν μέσα στο φως. Ολόγυμνα, και λιάζoυvται ήσυχα, αναπαμένα, σαν αθλητές. Πήγαινα κι ως πήγαινα θαρρούσα πως όλη η γης κι ο ουρανός οδοιπορούσαν μαζί μου· έμπαιναν μέσα μου όλα τα γύρα μου θάματα, άνθιζα, γελούσα, αντιδονούσα κι εγώ σαν την κόρδα του δοξαριού· κι η ψυχή μου πώς χάνουνταν την Κυριακή εκείνη κι έσβηνε τιτιβίζοντας στο πρωινό φως, σαν τη σταρήθρα!

Ανέβηκα σ’ ένα λόφο κι αγνάντευα πέρα τη θάλασσα, τα φτενά ρόδινα ακρογιάλια, τ᾿ αλαφρογραμμένα νησιά. Τι χαρά είναι ετούτη! μουρμούρισα· πώς κολυμπάει το παρθενικό σώμα της Ελλάδας, κι ανασηκώνεται από τα κύματα και πέφτει επάνω του ο ήλιος, σαν αρραβωνιαστικός! Πώς δάμασε την πέτρα και το νερό και πώς λαγάρισε από την αδράνεια και τη χοντροκοπιά της ύλης, κρατώντας μοναχά την ουσία!

Γύριζα να γνωρίσω την Αττική, έτσι νόμιζα· μα εγώ γύριζα να γνωρίσω την ψυχή μου· στα δέντρα, στα βουνά, στη μοναξιά ζητούσα να βρω και να γνωρίσω την ψυχή μου, μάταια· η καρδιά δε σκιρτούσε· σημάδι άσφαλτο πως δεν έβρισκα αυτό που ζητούσα.

Μια μέρα μονάχα, ένα μεσημέρι, θάρρεψα πως τη βρήκα. Είχα πάει ολομόναχος στο Σούνιο· ήλιος καφτός, είχε μπει το καλοκαίρι, τα πληγωμένα πεύκα έχυναν το ρετσίνι τους κι ο αγέρας μοσχοβολούσε· ένα τζιτζίκι ήρθε και κάθισε στον ώμο μου και κάμποση ώρα οδοιπορούσαμε μαζί· μύριζα όλος σαν πεύκο, είχα γίνει πεύκο, κι άξαφνα, ως ξεπρόβαινα από τον πευκώνα, είδα τις άσπρες κολόνες του ναού του Ποσειδώνα, κι ανάμεσά τους, στραφταλιστή, σκούρα γαλάζια, την άγια θάλασσα. Τα γόνατά μου κόπηκαν, στάθηκα· ετούτη είναι η Ομορφιά, συλλογίστηκα, ετούτη είναι η αφτέρουγη Νίκη, η κορφή της χαράς, πιο απάνω δεν μπορεί να φτάσει ό άνθρωπος. Ετούτη είναι η Ελλάδα.

Τα σχόλια δικά σας. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Write comment (0 Comments)

Σελίδα 6 από 13